Σημαντικές προκλήσεις στην προσαρμογή του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στις τοπικές ανάγκες αναδεικνύει νέα ανάλυση του ΟΟΣΑ, στο πλαίσιο της έκθεσης Improving Learning Outcomes in Greece, η οποία θα παρουσιαστεί σήμερα το απόγευμα από κλιμάκιο του Οργανισμού -το οποίο καταφθάνει από το Παρίσι στην Αθήνα-στο υπουργείο Παιδείας . 

  • Πατήστε εδώ για να ανοίξετε την πολυσέλιδη έκθεση στα αγγλικά

Σύμφωνα με τον Οργανισμό, η ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας σε κρίσιμους τομείς λήψης αποφάσεων – όπως ο σχεδιασμός του αναλυτικού προγράμματος, η διαχείριση πόρων και η στελέχωση – μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργικότητα, την καινοτομία και την ανταπόκριση των σχολείων στις ανάγκες των μαθητών.

Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ τονίζει με έμφαση ότι η αυτονομία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ταυτιστεί με απορρύθμιση. Αντιθέτως, απαιτείται ένα ισορροπημένο μοντέλο, στο οποίο η αυξημένη ευελιξία των σχολικών μονάδων συνοδεύεται από ισχυρούς μηχανισμούς αξιολόγησης, διαφάνειας, λογοδοσίας και συστηματικής επιμόρφωσης των στελεχών της εκπαίδευσης.

Η ανάγκη για μεγαλύτερη σχολική αυτονομία

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονο συγκεντρωτισμό, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα των σχολείων να προσαρμόζουν το εκπαιδευτικό τους έργο στις ιδιαίτερες κοινωνικές, πολιτισμικές και γεωγραφικές συνθήκες κάθε περιοχής.

Η παραχώρηση μεγαλύτερης αυτονομίας σε τομείς όπως:

  • η προσαρμογή μέρους του αναλυτικού προγράμματος,
  • η διαχείριση οικονομικών και υλικών πόρων,
  • η συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής και αξιοποίησης εκπαιδευτικού προσωπικού,
  • θα μπορούσε, σύμφωνα με την έκθεση, να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των σχολικών μονάδων και να βελτιώσει τα μαθησιακά αποτελέσματα.

Χαρακτηριστικά, ο ΟΟΣΑ προτείνει η Ελλάδα να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής ευελιξίας στα σχολεία για την προσαρμογή τμημάτων του εθνικού αναλυτικού προγράμματος, διατηρώντας ταυτόχρονα την ευθυγράμμιση με τους εθνικούς στόχους της εκπαίδευσης.

Αυτονομία με όρους: Οι τρεις βασικοί άξονες

Η έκθεση του ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η διεύρυνση της σχολικής αυτονομίας πρέπει να συνοδεύεται από τρεις βασικούς πυλώνες πολιτικής:

1. Ενίσχυση της αξιολόγησης με ευελιξία τοπικής προσαρμογής

Για να διασφαλιστεί ότι η αυξημένη αυτονομία οδηγεί σε πραγματική βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, ο ΟΟΣΑ εισηγείται την ενίσχυση του συστήματος αξιολόγησης, με ταυτόχρονη δυνατότητα προσαρμογής σε τοπικό επίπεδο.

Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα διττό σύστημα εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Οργανισμό, απαιτείται ισχυρότερη σύνδεση:

  • των σχεδίων δράσης των σχολείων
  • με τους συνολικούς στόχους ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος.

Παραδείγματα χωρών όπως η Πορτογαλία και η Εσθονία δείχνουν ότι τα εθνικά πλαίσια αξιολόγησης μπορούν να είναι σαφώς δομημένα, αφήνοντας παράλληλα χώρο στα σχολεία να προσαρμόζουν τις πρακτικές τους στις τοπικές συνθήκες.

Κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία καλούνται να διαδραματίσουν οι σύμβουλοι εκπαίδευσης και οι περιφερειακοί επόπτες, μέσω της σαφούς επικοινωνίας των κριτηρίων και της παιδαγωγικής υποστήριξης των σχολικών μονάδων.

2. Διαφάνεια και λογοδοσία προς την κοινωνία

Ο δεύτερος άξονας αφορά τη διαφάνεια και τη δημόσια λογοδοσία. Ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι η αυτονομία πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμούς που καθιστούν τα σχολεία υπόλογα όχι μόνο προς την εκπαιδευτική διοίκηση, αλλά και προς τις τοπικές κοινωνίες.

Συγκεκριμένα, προτείνεται όλα τα σχολεία να δημοσιεύουν ετήσιες εκθέσεις, οι οποίες θα περιλαμβάνουν:

  • τα ευρήματα της εσωτερικής αξιολόγησης,
  • την πρόοδο των σχεδίων δράσης,
  • τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης,
  • καλές πρακτικές και καινοτόμες δράσεις.

Παρότι στην Ελλάδα η δημοσιοποίηση των εκθέσεων προβλέπεται ήδη από τη νομοθεσία (Ν. 4823/2021), ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η απουσία ενιαίας μορφής στις σχολικές ιστοσελίδες δυσχεραίνει την ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών.

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται:

  • η απλοποίηση και τυποποίηση των αναφορών,
  • η ενθάρρυνση διοργάνωσης ετήσιων ανοιχτών συναντήσεων με γονείς και τοπικούς φορείς.

Ως παράδειγμα καλής πρακτικής αναφέρεται το μοντέλο της Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά, όπου συνδυάζονται συστημικοί δείκτες απόδοσης με σχολικούς στόχους, ενισχύοντας τη συμμετοχή της κοινωνίας.

3. Συστηματική επιμόρφωση των διευθυντών σχολείων

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον ρόλο της σχολικής ηγεσίας. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η αποτελεσματική άσκηση αυτονομίας προϋποθέτει διευθυντές με ισχυρές δεξιότητες:

  • στρατηγικού σχεδιασμού,
  • παιδαγωγικής ηγεσίας,
  • ανάλυσης δεδομένων,
  • διαχείρισης ανθρώπινων και οικονομικών πόρων.

Παρότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΔΔΑ, ο Οργανισμός προτείνει την ειδική προσαρμογή ή επέκταση του προγράμματος για στελέχη της εκπαίδευσης.

Διεθνή παραδείγματα από την Ιρλανδία και την Πολωνία δείχνουν ότι τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται όταν:

  • η επιμόρφωση συνδυάζεται με mentoring,
  • αναπτύσσονται δίκτυα σχολικών ηγετών,
  • παρέχεται ιδιαίτερη στήριξη σε σχολεία απομακρυσμένων ή μειονεκτικών περιοχών.

Η επιμόρφωση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, πρέπει να είναι διαρκής και να συνδέεται άμεσα με το σύστημα αξιολόγησης και σχολικής βελτίωσης.

Διεθνείς πρακτικές που μπορεί να αξιοποιήσει η Ελλάδα

Η έκθεση παρουσιάζει αναλυτικά διεθνή παραδείγματα:

Βρετανική Κολομβία (Καναδάς): Ευέλικτο αναλυτικό πρόγραμμα με σαφή επαρχιακά πρότυπα, αυτονομία σε πόρους και στελέχωση, ισχυρό πλαίσιο δημόσιας λογοδοσίας.

Πορτογαλία: Δυνατότητα προσαρμογής έως και 25% του αναλυτικού προγράμματος, με παράλληλες εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες και εξωτερικούς ελέγχους.

Εσθονία: Υψηλή αυτονομία σε πρόγραμμα, προϋπολογισμό και προσωπικό, με συστηματική εσωτερική αξιολόγηση και εθνικές εξετάσεις.

Συμπεράσματα

Ο ΟΟΣΑ καταλήγει ότι η σχολική αυτονομία, από μόνη της, δεν αρκεί για τη βελτίωση της εκπαίδευσης. Μόνο όταν εντάσσεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο:

  • εθνικών προσδοκιών,
  • αξιόπιστης αξιολόγησης,
  • διαφάνειας,
  • ενίσχυσης της σχολικής ηγεσίας,
  • μπορεί να οδηγήσει σε μετρήσιμα οφέλη για τους μαθητές, τη σχολική καινοτομία και την εκπαιδευτική ισότητα.

Σημειώνεται ότι αρκετά από τα παραπάνω στοιχεία περιλαμβάνονται ήδη στη Στρατηγική Εκπαίδευσης 2025–2027 του υπουργείου Παιδείας, γεγονός που – σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ – δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια σταδιακή αλλά ουσιαστική μετάβαση σε ένα πιο αποκεντρωμένο και αποτελεσματικό μοντέλο διακυβέρνησης της εκπαίδευσης.

Τριτοβάθμια Εκπαίδευση: Μαζικοποίηση, αλλά με ανταγωνισμό και «σκιώδη» εκπαίδευση

Η πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση έχει διευρυνθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Το 2023, το 44,5% των νέων ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα είχε ολοκληρώσει σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (43,1%).

Παρά την αύξηση των ιδρυμάτων και των αποφοίτων, η πρόσβαση παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστική λόγω του περιορισμένου αριθμού θέσεων. Αυτό έχει ενισχύσει τη διαχρονικά εδραιωμένη «σκιώδη εκπαίδευση» (φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα), κυρίως για την προετοιμασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Ως απάντηση, το Υπουργείο Παιδείας έχει θέσει σε εφαρμογή την Ψηφιακή Πλατφόρμα Εκπαιδευτικής Υποστήριξης, με στόχο τη δωρεάν και ισότιμη προετοιμασία μαθητών σε απομακρυσμένες και οικονομικά ασθενείς περιοχές.

PISA 2022: Καθοδική πορεία και καμπανάκι κινδύνου

Παρά τη διεύρυνση της πρόσβασης, οι μαθησιακές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών καταγράφουν ανησυχητική πτώση. Τα αποτελέσματα της PISA 2022 δείχνουν σημαντική αύξηση του ποσοστού μαθητών που δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο επάρκειας (Επίπεδο 2) σε μαθηματικά, κατανόηση κειμένου και φυσικές επιστήμες.

Στα μαθηματικά, το ποσοστό χαμηλών επιδόσεων ανήλθε στο 47%, αυξημένο κατά 11,5 ποσοστιαίες μονάδες από το 2012, με τη μέση βαθμολογία να πέφτει στους 430 βαθμούς – τη χαμηλότερη επίδοση από τότε που η Ελλάδα συμμετέχει στην PISA. Αντίστοιχα, στην κατανόηση κειμένου το ποσοστό υποαπόδοσης έφτασε το 38%, ενώ στις φυσικές επιστήμες το 37%.

Παράλληλα, μειώνεται δραστικά και το ποσοστό των αριστούχων μαθητών. Μόλις το 2% των Ελλήνων μαθητών κατατάσσεται στα ανώτερα επίπεδα στα μαθηματικά και την ανάγνωση, έναντι 9% και 7% αντίστοιχα στον ΟΟΣΑ.

Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: Καθολική φοίτηση, γεωγραφικές ανισότητες

Στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τα ποσοστά εγγραφής παραμένουν σχεδόν καθολικά, ξεπερνώντας το 98%. Παρά ταύτα, η ιδιαίτερη γεωγραφία της χώρας δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις: το 18% των σχολικών μονάδων βρίσκεται σε νησιά, όπου συχνά παρατηρούνται προβλήματα πρόσβασης, στελέχωσης και υποδομών.

Παρά τις δυσκολίες αυτές, η Ελλάδα καταγράφει διαχρονικά ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης της εκπαίδευσης στην ΕΕ. Το 2023, μόλις το 3,7% των νέων ηλικίας 18-24 ετών εγκατέλειψαν πρόωρα το σχολείο, έναντι 9,5% στην ΕΕ. Ωστόσο, οι περιφερειακές ανισότητες είναι έντονες, καθώς σε ορισμένες περιοχές τα ποσοστά είναι έως και τετραπλάσια σε σύγκριση με την Αττική.

Προσχολική εκπαίδευση: Σημαντικά βήματα, αλλά «τρύπες» κάτω των 3 ετών

Ιδιαίτερα θετικά είναι τα στοιχεία για τη συμμετοχή στην Προσχολική Εκπαίδευση και Φροντίδα (ECEC) για τα παιδιά 4 και 5 ετών. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα (2022), το ποσοστό συμμετοχής των 4χρονων ανέρχεται στο 96,4% και των 5χρονων στο 99,7%, ποσοστά που υπερβαίνουν τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (94% για τα 5χρονα). Από το σχολικό έτος 2021-22, η υποχρεωτική φοίτηση των 4χρονων και 5χρονων εφαρμόζεται πλέον σε όλους τους δήμους της χώρας, σηματοδοτώντας ένα κρίσιμο ορόσημο για την καθολική πρόσβαση.

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει δραστικά για τα παιδιά κάτω των 3 ετών. Η συμμετοχή τους σε δομές προσχολικής φροντίδας παραμένει χαμηλή (29,5%), αισθητά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (37,4%), γεγονός που αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό έλλειμμα, με επιπτώσεις τόσο στην κοινωνική ένταξη όσο και στη δυνατότητα των γονέων –ιδίως των γυναικών– να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας.