Σχετικά με την εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο
Για να επιτύχει η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στο
νηπιαγωγείο είναι επιτακτική η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών οι οποίοι θα
τη διδάξουν.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS
Γράφουν:
Ευφημία Τάφα, Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης
Μαρίνα Τζακώστα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης
Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις» και συγκεκριμένα με το άρθρο 2 «εισάγεται πιλοτικά στο υποχρεωτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου δράση για τη δημιουργική ενασχόληση των μαθητών με την αγγλική γλώσσα μέσω της οργάνωσης και υλοποίησης δραστηριοτήτων, κατά τη διάρκεια των οποίων οι μαθητές αλληλεπιδρούν με έναν εκπαιδευτικό κλάδου ΠΕ06 Αγγλικής Φιλολογίας παρουσία του Νηπιαγωγού».
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Πρέπει τα παιδιά τα οποία φοιτούν στο νηπιαγωγείο να έρχονται σε επαφή με μία ξένη γλώσσα και στη συγκεκριμένη περίπτωση με την αγγλική και εάν, ναι, με ποιο τρόπο;
Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας συντελείται η γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών. Ως γλωσσική ανάπτυξη ορίζεται η πορεία που κάθε παιδί χωριστά ή ομάδες παιδιών ακολουθούν κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της (εκ)μάθησης μιας γλώσσας. H γλωσσική ανάπτυξη αναφέρεται σε διάφορες και διαφορετικές όψεις της γλώσσας. Η ανάπτυξη αυτών των διαφορετικών όψεων της γλώσσας καθορίζεται από έναν κομβικό παράγοντα τον χρόνο, ο οποίος ορίζεται ως το χρονικό πλαίσιο στη ζωή ενός παιδιού εντός του οποίου ολοκληρώνεται η εκμάθηση μιας ή περισσότερων γλωσσών. Αυτό το χρονικό πλαίσιο είναι συνδεμένο με τη λεγόμενη υπόθεση της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου. Για κάποιους, αυτό το χρονικό πλαίσιο εκτείνεται μέχρι τα 7 πρώτα έτη της ζωής του παιδιού ενώ για κάποιους άλλους μπορεί να επεκταθεί μέχρι τα 12-13 έτη. Όπως έχουν δείξει πολλές γλωσσολογικές, ψυχογλωσσολογικές και νευρογλωσσολογικές μελέτες, εντός του χρονικού πλαισίου της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου το παιδί κατακτά τη μητρική ή τις μητρικές του γλώσσες. Η κατάκτηση της μητρικής ή των μητρικών γλωσσών αφορά στην πλήρη ανάπτυξη τη προφορικής όψης των γλωσσικών συστημάτων σε όλα τα επίπεδα της γραμματικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία). Με άλλα λόγια, εντός της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου ο φυσικός ομιλητής μιας ή περισσότερων γλωσσών καλλιεργεί την έμφυτη ικανότητά του για γλώσσα, για προφορικό λόγο ενώ εκτός της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου μαθαίνει και τη γραπτή τους διάσταση.
Με δεδομένη την κρίσιμη ή ευαίσθητη περίοδο και το πως αυτή επηρεάζει τη γλωσσική ανάπτυξη, γίνεται σαφές πως στον χρόνο φοίτησης στο νηπιαγωγείο το παιδί μπορεί να ενισχυθεί καθοριστικά με πολλούς τρόπους κατά τη διαδικασία της γλωσσικής του ανάπτυξης. Ο χρόνος φοίτησης στο νηπιαγωγείο είναι ο πολύτιμος χρόνος εντός της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου μέσα στον οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αλλάξουν τον ρου της γλωσσικής ανάπτυξης του παιδιού. Η στάση των εκπαιδευτικών καθώς και η διαμόρφωση και οργάνωση της τάξης είναι δυνατόν να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών. Βεβαίως, πρώτιστος στόχος κατά την κρίσιμη ή ευαίσθητη περίοδο είναι η ολοκλήρωση της κατάκτησης της μητρικής γλώσσας, η έγκαιρη διάγνωση των γλωσσικών διαταραχών και η αποτελεσματική παρέμβαση ώστε η τυπική γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών να αποκατασταθεί. Επιπλέον, πραγματοποιείται και η πρώτη επαφή των παιδιών με τον γραπτό λόγο.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη/ξένη γλώσσα, έρευνες και πειράματα σε σχέση με τη λειτουργία του εγκεφάλου δείχνουν ότι η επιτυχής εκμάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλο και μικρότερες ηλικίες. Μάλιστα, η διδασκαλία της δεύτερης/ξένης γλώσσας σε μικρά παιδιά βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων και του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Η τάση είναι η ηλικία του «βαπτίσματος» στην εκμάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας να μειώνεται διαρκώς. Πρόσφατες αλλαγές στα προγράμματα σπουδών σε όλη την Ευρώπη υποδεικνύουν και ενθαρρύνουν τη διδασκαλία γλωσσών στα παιδιά σε σημαντικά μικρότερη ηλικία. Παράλληλα, η συγκεκριμένη τάση εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο ενίσχυσης της πολυγλωσσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτυπώνεται σε σχετικά έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με στόχο τη δημιουργία και την οργάνωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής εκμάθησης γλωσσών από μικρή ηλικία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει στην πολυγλωσσία των πολιτών της, γεγονός που φαίνεται, για παράδειγμα, από την ενίσχυση της κινητικότητα των πολιτών της, στο πλαίσιο των προγραμμάτων ERASMUS και ERAMUS+, τα οποία αφορούν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τη νηπιαγωγείο μέχρι και το πανεπιστήμιο αλλά και τη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την επιχειρηματικότητα.
Όπως υπογραμμίζει, λοιπόν, η έντονη ερευνητική δραστηριότητα και τα πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα που εκπονούνται στην Ευρώπη για το σκοπό αυτό η εκμάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας κατά την προσχολική ηλικία σηματοδοτεί τη συστηματική διέγερση της επίγνωσης ή της έκθεσης σε παραπάνω από μία γλώσσες και μπορεί να πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο της προσχολικής εκπαίδευσης πριν από το δημοτικό σχολείο. Στην πράξη, στις πολλές θετικές παραμέτρους της εκμάθησης της δεύτερης/ξένης γλώσσας κατά την προσχολική αλλά και την πρωτοσχολική ηλικία είναι η ενεργοποίηση της ικανότητας κατανόησης και παραγωγής προφορικού λόγου. Επιπλέον, φαίνεται ότι τα μικρότερα παιδιά έχουν αρκετά κίνητρα για την εκμάθηση μιας δεύτερης/ξένης γλώσσας λόγω της κατά κάποιον τρόπο έμφυτης διάθεσής τους προς νέες εμπειρίες, με αποτέλεσμα να αναπτύσσουν και θετικές τάσεις αναφορικά με άλλες γλώσσες και πολιτισμούς. Τα παιδιά ηλικίας 5 έως 8 ετών σπανίως είναι απρόθυμα ή αρνητικά στην ξένη γλώσσα επειδή λόγω της περιέργειάς τους, ενθουσιάζονται να μαθαίνουν νέα πράγματα. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονιστεί ότι η εκμάθηση μια δεύτερης/ξένης γλώσσας φαίνεται ότι δεν επιβαρύνει τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών ούτε φαίνεται να προκαλεί σε αυτά γλωσσικές διαταραχές. Συνοψίζοντας τα θετικά αποτελέσματα της εισαγωγής μιας δεύτερης/ξένης γλώσσας στο νηπιαγωγείο είναι: πρώτον ότι τα παιδιά εκτίθενται στην πολυγλωσσία από μικρή ηλικία, δεύτερον έρχονται σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες, γεγονός το οποίο συνεισφέρει θετικά στην ανάπτυξη των κοινωνικών τους δεξιοτήτων και τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, και τρίτον καλλιεργείται ο αναδυόμενος πολυγραμματισμός και ο κοινωνικός γραμματισμός της μητρικής και της δεύτερης/ξένης γλώσσας.
Ποιος όμως είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αρχίσουν τα παιδιά ηλικίας 4 έως 6 ετών να μαθαίνουν μία δεύτερη/ξένη γλώσσα και συγκεκριμένα την αγγλική κατά τη φοίτησή τους στο νηπιαγωγείο; Τα παιδιά κατά την προσχολική ηλικία μαθαίνουν με βιωματικό τρόπο και μέσα από το παιχνίδι. Για τον λόγο αυτό, τα μικρά παιδιά πρέπει να έρθουν σε επαφή με την αγγλική γλώσσα με παιγνιώδη τρόπο. Πολλοί μεγάλοι παιδαγωγοί και ψυχολόγοι έχουν υπογραμμίσει με έμφαση τη συμβολή του παιχνιδιού στην ανάπτυξη των μικρών παιδιών και υποστηρίζουν ότι το παιχνίδι είναι το σημείο εκκίνησης και ο κεντρικός άξονας της μαθησιακής διαδικασίας διότι με αυτό τα παιδιά όχι μόνο καλλιεργούν τις αισθήσεις τους αλλά βελτιώνεται η νοητική, συναισθηματική και γλωσσική τους ανάπτυξη. Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά ικανοποιούν πολλές από τις βιολογικές και ψυχολογικές τους ανάγκες, εξερευνούν τον κόσμο, οικοδομούν ικανότητες και δεξιότητες, μαθαίνουν νέες μορφές συμπεριφοράς, μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα και καταστάσεις και γενικά προετοιμάζονται για τη ζωή. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η ενασχόληση με δημιουργικό τρόπο των μικρών παιδιών με την αγγλική γλώσσα. Μια γλώσσα τη μορφή της οποίας τη συναντούν καθημερινά στο κοινωνικό τους περιβάλλον και η οποία είναι η ευρύτερα ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο. Όπως λοιπόν στο νηπιαγωγείο τα παιδιά με παιγνιώδη και βιωματικό τρόπο αναπτύσσουν τον προφορικό τους λόγο και έρχονται σε επαφή με τον γραπτό λόγο, με τον ίδιο τρόπο πρέπει να εμπλακούν και σε παιγνιώδεις δραστηριότητες για να μάθουν την αγγλική. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα καταστρατηγηθεί ο χαρακτήρας του νηπιαγωγείου. Θα αλλάξει ο χαρακτήρας του νηπιαγωγείου, εάν αλλάξει η διδακτική μεθοδολογία και δεν οργανώνονται οι δραστηριότητες στην τάξη με τον κατάλληλο τρόπο για τα παιδιά αυτής της ηλικίας.
Στο προσχέδιο νόμου αναφέρεται ότι αυτή τη διαδικασία θα την αναλάβουν εκπαιδευτικοί ΠΕ06 της αγγλικής φιλολογίας. Στον διάλογο που έχει αναπτυχθεί μετά τη δημοσιοποίηση του προσχεδίου νόμου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι εκπαιδευτικοί ΠΕ06 της αγγλικής φιλολογίας δεν έχουν επαρκή γνώση για να οργανώσουν αυτές τις δραστηριότητες στις τάξεις του νηπιαγωγείου και ότι θα έπρεπε αυτό να ανατεθεί στις νηπιαγωγούς. Οι νηπιαγωγοί όμως κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών τους σπουδών στα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων της χώρας δεν διδάσκονται τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται μια ξένη γλώσσα στα παιδιά. Ενώ οι απόφοιτοι από τα Τμήματα Αγγλικής Φιλολογίας έχουν εκπαιδευτεί στο θέμα αυτό. Εκείνο που χρειάζονται οι εκπαιδευτικοί ΠΕ06 της αγγλικής φιλολογίας είναι κατάλληλη επιμόρφωση ώστε να εκπαιδευτούν και να καταρτιστούν κατάλληλα για να μπορέσουν να προσαρμόσουν τη διδακτική μεθοδολογία στη συγκεκριμένη ηλικία των παιδιών. Για να επιτύχει η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο είναι επιτακτική η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών οι οποίοι θα τη διδάξουν. Στο μέλλον, εάν προστεθεί στο προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών των Παιδαγωγικών Τμημάτων μάθημα διδακτικής μεθοδολογίας της αγγλικής τότε θα μπορέσουν και οι νηπιαγωγοί να αναλάβουν αυτό το έργο.
Ευφημία Τάφα, Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης
Μαρίνα Τζακώστα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης
Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις» και συγκεκριμένα με το άρθρο 2 «εισάγεται πιλοτικά στο υποχρεωτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου δράση για τη δημιουργική ενασχόληση των μαθητών με την αγγλική γλώσσα μέσω της οργάνωσης και υλοποίησης δραστηριοτήτων, κατά τη διάρκεια των οποίων οι μαθητές αλληλεπιδρούν με έναν εκπαιδευτικό κλάδου ΠΕ06 Αγγλικής Φιλολογίας παρουσία του Νηπιαγωγού».
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Πρέπει τα παιδιά τα οποία φοιτούν στο νηπιαγωγείο να έρχονται σε επαφή με μία ξένη γλώσσα και στη συγκεκριμένη περίπτωση με την αγγλική και εάν, ναι, με ποιο τρόπο;
Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας συντελείται η γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών. Ως γλωσσική ανάπτυξη ορίζεται η πορεία που κάθε παιδί χωριστά ή ομάδες παιδιών ακολουθούν κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης της (εκ)μάθησης μιας γλώσσας. H γλωσσική ανάπτυξη αναφέρεται σε διάφορες και διαφορετικές όψεις της γλώσσας. Η ανάπτυξη αυτών των διαφορετικών όψεων της γλώσσας καθορίζεται από έναν κομβικό παράγοντα τον χρόνο, ο οποίος ορίζεται ως το χρονικό πλαίσιο στη ζωή ενός παιδιού εντός του οποίου ολοκληρώνεται η εκμάθηση μιας ή περισσότερων γλωσσών. Αυτό το χρονικό πλαίσιο είναι συνδεμένο με τη λεγόμενη υπόθεση της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου. Για κάποιους, αυτό το χρονικό πλαίσιο εκτείνεται μέχρι τα 7 πρώτα έτη της ζωής του παιδιού ενώ για κάποιους άλλους μπορεί να επεκταθεί μέχρι τα 12-13 έτη. Όπως έχουν δείξει πολλές γλωσσολογικές, ψυχογλωσσολογικές και νευρογλωσσολογικές μελέτες, εντός του χρονικού πλαισίου της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου το παιδί κατακτά τη μητρική ή τις μητρικές του γλώσσες. Η κατάκτηση της μητρικής ή των μητρικών γλωσσών αφορά στην πλήρη ανάπτυξη τη προφορικής όψης των γλωσσικών συστημάτων σε όλα τα επίπεδα της γραμματικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία). Με άλλα λόγια, εντός της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου ο φυσικός ομιλητής μιας ή περισσότερων γλωσσών καλλιεργεί την έμφυτη ικανότητά του για γλώσσα, για προφορικό λόγο ενώ εκτός της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου μαθαίνει και τη γραπτή τους διάσταση.
Με δεδομένη την κρίσιμη ή ευαίσθητη περίοδο και το πως αυτή επηρεάζει τη γλωσσική ανάπτυξη, γίνεται σαφές πως στον χρόνο φοίτησης στο νηπιαγωγείο το παιδί μπορεί να ενισχυθεί καθοριστικά με πολλούς τρόπους κατά τη διαδικασία της γλωσσικής του ανάπτυξης. Ο χρόνος φοίτησης στο νηπιαγωγείο είναι ο πολύτιμος χρόνος εντός της κρίσιμης ή ευαίσθητης περιόδου μέσα στον οποίο οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αλλάξουν τον ρου της γλωσσικής ανάπτυξης του παιδιού. Η στάση των εκπαιδευτικών καθώς και η διαμόρφωση και οργάνωση της τάξης είναι δυνατόν να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών. Βεβαίως, πρώτιστος στόχος κατά την κρίσιμη ή ευαίσθητη περίοδο είναι η ολοκλήρωση της κατάκτησης της μητρικής γλώσσας, η έγκαιρη διάγνωση των γλωσσικών διαταραχών και η αποτελεσματική παρέμβαση ώστε η τυπική γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών να αποκατασταθεί. Επιπλέον, πραγματοποιείται και η πρώτη επαφή των παιδιών με τον γραπτό λόγο.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη/ξένη γλώσσα, έρευνες και πειράματα σε σχέση με τη λειτουργία του εγκεφάλου δείχνουν ότι η επιτυχής εκμάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλο και μικρότερες ηλικίες. Μάλιστα, η διδασκαλία της δεύτερης/ξένης γλώσσας σε μικρά παιδιά βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων και του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Η τάση είναι η ηλικία του «βαπτίσματος» στην εκμάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας να μειώνεται διαρκώς. Πρόσφατες αλλαγές στα προγράμματα σπουδών σε όλη την Ευρώπη υποδεικνύουν και ενθαρρύνουν τη διδασκαλία γλωσσών στα παιδιά σε σημαντικά μικρότερη ηλικία. Παράλληλα, η συγκεκριμένη τάση εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο ενίσχυσης της πολυγλωσσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτυπώνεται σε σχετικά έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με στόχο τη δημιουργία και την οργάνωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής εκμάθησης γλωσσών από μικρή ηλικία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει στην πολυγλωσσία των πολιτών της, γεγονός που φαίνεται, για παράδειγμα, από την ενίσχυση της κινητικότητα των πολιτών της, στο πλαίσιο των προγραμμάτων ERASMUS και ERAMUS+, τα οποία αφορούν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τη νηπιαγωγείο μέχρι και το πανεπιστήμιο αλλά και τη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την επιχειρηματικότητα.
Όπως υπογραμμίζει, λοιπόν, η έντονη ερευνητική δραστηριότητα και τα πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα που εκπονούνται στην Ευρώπη για το σκοπό αυτό η εκμάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας κατά την προσχολική ηλικία σηματοδοτεί τη συστηματική διέγερση της επίγνωσης ή της έκθεσης σε παραπάνω από μία γλώσσες και μπορεί να πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο της προσχολικής εκπαίδευσης πριν από το δημοτικό σχολείο. Στην πράξη, στις πολλές θετικές παραμέτρους της εκμάθησης της δεύτερης/ξένης γλώσσας κατά την προσχολική αλλά και την πρωτοσχολική ηλικία είναι η ενεργοποίηση της ικανότητας κατανόησης και παραγωγής προφορικού λόγου. Επιπλέον, φαίνεται ότι τα μικρότερα παιδιά έχουν αρκετά κίνητρα για την εκμάθηση μιας δεύτερης/ξένης γλώσσας λόγω της κατά κάποιον τρόπο έμφυτης διάθεσής τους προς νέες εμπειρίες, με αποτέλεσμα να αναπτύσσουν και θετικές τάσεις αναφορικά με άλλες γλώσσες και πολιτισμούς. Τα παιδιά ηλικίας 5 έως 8 ετών σπανίως είναι απρόθυμα ή αρνητικά στην ξένη γλώσσα επειδή λόγω της περιέργειάς τους, ενθουσιάζονται να μαθαίνουν νέα πράγματα. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονιστεί ότι η εκμάθηση μια δεύτερης/ξένης γλώσσας φαίνεται ότι δεν επιβαρύνει τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών ούτε φαίνεται να προκαλεί σε αυτά γλωσσικές διαταραχές. Συνοψίζοντας τα θετικά αποτελέσματα της εισαγωγής μιας δεύτερης/ξένης γλώσσας στο νηπιαγωγείο είναι: πρώτον ότι τα παιδιά εκτίθενται στην πολυγλωσσία από μικρή ηλικία, δεύτερον έρχονται σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες, γεγονός το οποίο συνεισφέρει θετικά στην ανάπτυξη των κοινωνικών τους δεξιοτήτων και τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, και τρίτον καλλιεργείται ο αναδυόμενος πολυγραμματισμός και ο κοινωνικός γραμματισμός της μητρικής και της δεύτερης/ξένης γλώσσας.
Ποιος όμως είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αρχίσουν τα παιδιά ηλικίας 4 έως 6 ετών να μαθαίνουν μία δεύτερη/ξένη γλώσσα και συγκεκριμένα την αγγλική κατά τη φοίτησή τους στο νηπιαγωγείο; Τα παιδιά κατά την προσχολική ηλικία μαθαίνουν με βιωματικό τρόπο και μέσα από το παιχνίδι. Για τον λόγο αυτό, τα μικρά παιδιά πρέπει να έρθουν σε επαφή με την αγγλική γλώσσα με παιγνιώδη τρόπο. Πολλοί μεγάλοι παιδαγωγοί και ψυχολόγοι έχουν υπογραμμίσει με έμφαση τη συμβολή του παιχνιδιού στην ανάπτυξη των μικρών παιδιών και υποστηρίζουν ότι το παιχνίδι είναι το σημείο εκκίνησης και ο κεντρικός άξονας της μαθησιακής διαδικασίας διότι με αυτό τα παιδιά όχι μόνο καλλιεργούν τις αισθήσεις τους αλλά βελτιώνεται η νοητική, συναισθηματική και γλωσσική τους ανάπτυξη. Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά ικανοποιούν πολλές από τις βιολογικές και ψυχολογικές τους ανάγκες, εξερευνούν τον κόσμο, οικοδομούν ικανότητες και δεξιότητες, μαθαίνουν νέες μορφές συμπεριφοράς, μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα και καταστάσεις και γενικά προετοιμάζονται για τη ζωή. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η ενασχόληση με δημιουργικό τρόπο των μικρών παιδιών με την αγγλική γλώσσα. Μια γλώσσα τη μορφή της οποίας τη συναντούν καθημερινά στο κοινωνικό τους περιβάλλον και η οποία είναι η ευρύτερα ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο. Όπως λοιπόν στο νηπιαγωγείο τα παιδιά με παιγνιώδη και βιωματικό τρόπο αναπτύσσουν τον προφορικό τους λόγο και έρχονται σε επαφή με τον γραπτό λόγο, με τον ίδιο τρόπο πρέπει να εμπλακούν και σε παιγνιώδεις δραστηριότητες για να μάθουν την αγγλική. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα καταστρατηγηθεί ο χαρακτήρας του νηπιαγωγείου. Θα αλλάξει ο χαρακτήρας του νηπιαγωγείου, εάν αλλάξει η διδακτική μεθοδολογία και δεν οργανώνονται οι δραστηριότητες στην τάξη με τον κατάλληλο τρόπο για τα παιδιά αυτής της ηλικίας.
Στο προσχέδιο νόμου αναφέρεται ότι αυτή τη διαδικασία θα την αναλάβουν εκπαιδευτικοί ΠΕ06 της αγγλικής φιλολογίας. Στον διάλογο που έχει αναπτυχθεί μετά τη δημοσιοποίηση του προσχεδίου νόμου έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι εκπαιδευτικοί ΠΕ06 της αγγλικής φιλολογίας δεν έχουν επαρκή γνώση για να οργανώσουν αυτές τις δραστηριότητες στις τάξεις του νηπιαγωγείου και ότι θα έπρεπε αυτό να ανατεθεί στις νηπιαγωγούς. Οι νηπιαγωγοί όμως κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών τους σπουδών στα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων της χώρας δεν διδάσκονται τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται μια ξένη γλώσσα στα παιδιά. Ενώ οι απόφοιτοι από τα Τμήματα Αγγλικής Φιλολογίας έχουν εκπαιδευτεί στο θέμα αυτό. Εκείνο που χρειάζονται οι εκπαιδευτικοί ΠΕ06 της αγγλικής φιλολογίας είναι κατάλληλη επιμόρφωση ώστε να εκπαιδευτούν και να καταρτιστούν κατάλληλα για να μπορέσουν να προσαρμόσουν τη διδακτική μεθοδολογία στη συγκεκριμένη ηλικία των παιδιών. Για να επιτύχει η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στο νηπιαγωγείο είναι επιτακτική η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών οι οποίοι θα τη διδάξουν. Στο μέλλον, εάν προστεθεί στο προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών των Παιδαγωγικών Τμημάτων μάθημα διδακτικής μεθοδολογίας της αγγλικής τότε θα μπορέσουν και οι νηπιαγωγοί να αναλάβουν αυτό το έργο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου