«Μη γίνεσαι πλεονέκτης, γιατί τον πλεονέκτη τον αποστρέφεται ο Θεός». Αββάς Ισαάκ

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Παραφράζοντας τον Γκράμσι: «Οι Σχολικοί Σύμβουλοι καταργούνται-Τα νέα στελέχη δεν έχουν γεννηθεί ακόμα- Είναι η εποχή της κρίσης»

Διαχρονικά οι πολιτικές ηγεσίες δεν πίστεψαν στις δυνατότητες του θεσμού και δεν μοιράστηκαν το όραμα για την ποιοτική αναβάθμιση της Εκπαίδευσης μέσω αυτού. Έβλεπαν τον θεσμό κυρίως ως μέσο επιβολής ελέγχου.




ΡΕΠΟΡΤΑΖ ESOS


Γ.Μπαραλός
π. Πρόεδρος της Π.Ε.Σ.Σ.

Η εποπτεία και η καθοδήγηση μαζί με την διοίκηση είναι sine qua non για την εύρυθμη λειτουργία κάθε εκπαιδευτικού συστήματος. Στην πατρίδα μας οι δύο πρώτες αρμοδιότητες μαζί με μια δέσμη διοικητικών αρμοδιοτήτων ανατέθηκαν και ασκήθηκαν από τους επιθεωρητές από το 1843 έως και το 1982, οπότε και καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή κάτω από το βάρος αυθαιρεσιών, που σε κάποιες περιπτώσεις έφτασαν μέχρι την ενασχόληση της ιδιωτικής ζωής  και εισηγήσεις για την απόλυση Εκπαιδευτικών:
« ο διδάσκαλος ούτος μολονότι είναι πατήρ έξι τέκνων πρέπει αδιστάκτως να απολυθεί της υπηρεσίας…Να ενδύεται ευπρεπέστερον και να ξυρίζεται…Είναι φυγόπονος και αμελής και έχει αθλίαν κοινωνική εμφάνιση… Αποτελεί βάρος δια την εκπαίδευση» (Στεργιόπουλος, 1971)
«Ο ειρηµένος (...) είναι ανάγκη να παρακολουθηθεί επί µακρότερον χρόνον, ώστε η υπεύθυνος γνώμη να στηρίζεται επί πλειόνων συγκεκριμένων στοιχείων.
Παρακολουθούµε συνεπώς τούτον ιδίως εις τας συναναστροφάς του, διότι έχοµεν εξ εμπιστευτικής πηγής την πληροφορίαν ότι αγοράζει τα τρόφιμα της οικογενείας του από αριστερόν παντοπώλην» (Α. Ανδρέου & Γ. Παπακωνσταντίνου , 1994)  
Ο θεσμός του Επιθεωρητή αντικαταστάθηκε από το θεσμό του Σχολικού Συμβούλου (ν.1304/82) ως αποτέλεσμα πολύχρονων αγώνων των Εκπαιδευτικών και των Συνδικάτων ΔΟΕ και ΟΛΜΕ. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες αναφορές:
«H ψήφιση του νόμου 1304 υλοποιεί ένα όραμα του εκπαιδευτικού κόσμου της χώρας μας, που χρονολογείται από το 1925 και δικαιώνει τους μακροχρόνιους αγώνες του κλάδου για την καθιέρωση του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου» (Δ.Ο.Ε,1982)
«ένα αποκεντρωτικό και διοικητικό σύστηµα έχει την ανάγκη του επιστήµονα, του παιδαγωγού, του ψυχολόγου, του καθοδηγητή. Ο Εκπαιδευτικός Σύµβουλος, είναι αυτός που θα εργαστεί προσεκτικά, αθόρυβα και δηµιουργικά, για να βοηθήσει το δάσκαλο, το γονιό, το µαθητή….Προτείνουµε, λοιπόν, τη δηµιουργία βαθµού Εκπαιδευτικού (Σχολικού) Συµβούλου…» (ΟΛΜΕ,1982)
« …ο σχολικός σύμβουλος αποτελεί για την εκπαιδευτική κοινότητα μια καινοτόμα εκπαιδευτική αντίληψη και για τον συνδικαλιστικό χώρο μια εκπλήρωση κοινωνικής και εκπαιδευτικής αναγκαιότητας» (Φράγκος,1985)
Μια ανάλυση των βασικών χαρακτηριστικών της κατάργησης του επιθεωρητή και της γέννησης του δασκαλογέννητου θεσμού του Σχολικού Συμβούλου, δείχνει ότι υπήρχε αίτημα και ειδικότερα :
1.    Ήταν μακροχρόνιο (επι δεκαετίες) αίτημα των Εκπαιδευτικών
2.    Υποστηρίχτηκε έντονα από τις Ομοσπονδίες ΔΟΕ και ΟΛΜΕ
3.    Είχε πολιτικές και κοινωνικές αναφορές
4.    Διαχώρισε το Διοικητικό από το Επιστημονικό & Παιδαγωγικό έργο
5.    Ήταν καρπός των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από την κακή χρήση της υπερσυγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στα χέρια των Επιθεωρητών.

Δυστυχώς ο θεσμός των Σχολικών Συμβούλων ήδη από τη γέννησή του εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του και ο αείμνηστός Γ.Βαγενάς π. Γ.Γ. της ΔΟΕ περιγράφοντας την κατάσταση είχε γράψει σχετικά:
«Η υποδομή και τα μέσα που παρέχονται στους Σχολικούς Συμβούλους συνήθως “στεγάζονται” στον προθάλαμο ή στις αποθήκες του κυβερνητικού ενδιαφέροντος» (Θέματα Παιδείας, 2001)
Διαχρονικά οι πολιτικές ηγεσίες δεν πίστεψαν στις δυνατότητες του θεσμού και δεν μοιράστηκαν το όραμα για την ποιοτική αναβάθμιση της Εκπαίδευσης μέσω αυτού. Έβλεπαν τον θεσμό κυρίως ως μέσο επιβολής ελέγχου και προσπάθησαν να τον ελέγξουν και να τον εγκιβωτίσουν στον υφιστάμενο διοικητικό μηχανισμό.
Η αδιαφορία και η προσπάθεια χρησιμοποίησης του θεσμού είναι ανάγλυφη και στη ρύθμιση του Ν.3879/2010, άρθρο 26 με την οποία η Πολιτεία χρησιμοποίησε το θεσμό ως αποκατάσταση Γενικών ή Ειδικών Γραμματέων και Περιφερειακών Διευθυντών Εκπαίδευσης του ΥΠ.Π.Ε.Θ., καθώς και Προέδρων ή Διευθυνόντων Συμβούλων φορέων που εποπτεύονται από το ΥΠ.Π.Ε.Θ.

Από την άλλη, οι επι τριάντα περίπου χρόνια προσπάθειες θεσμοθέτησης συστήματος αξιολόγησης στην Εκπαίδευση δεν ευδοκίμησαν μέχρι το 2013 οπότε με τη χώρα στα μνημόνια βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Η πολιτική ηγεσία ιδρύοντας την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.) (Ν.4142/13) και δημιουργώντας με το ΠΔ 152/13 ένα εξαντλητικό πλαίσιο αξιολόγησης, επιδίωξε να την επιβάλει έχοντας απέναντι τους Εκπαιδευτικούς και τα Συνδικάτα.
Η προσπάθεια εφαρμογής της αξιολόγησης στην Εκπαίδευση, σε συνδυασμό με τις ποσοστώσεις, την κατάργηση ειδικοτήτων και τις διαθεσιμότητες Εκπαιδευτικών,  έκανε τους Σχολικούς Συμβούλους που καλούνταν από την Πολιτεία να εφαρμόσουν την αξιολόγηση, να φαντάζουν ως το μακρύ χέρι της εκτελεστικής εξουσίας. Ωστόσο τελικά οι μόνοι που αξιολογήθηκαν ήταν οι ίδιοι οι Σχολικοί Σύμβουλοι και οι Διευθυντές Διευθύνσεων Εκπαίδευσης αφού η αξιολόγηση σταμάτησε με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας το 2015.
Από τότε αρχίζει και η περιπέτεια των Σχολικών Συμβούλων αφού:
•    Από τη λήξη της θητείας τους τον Αύγουστο του 2015 μέχρι και σήμερα βιώνουν μια διαρκή αβεβαιότητα υπηρετώντας με διαρκείς παρατάσεις θητείας.
•    Υποβαθμίστηκαν μισθολογικά, μόνο αυτοί μεταξύ όλων των στελεχών στην Εκπαίδευση, ακόμα και κάτω από Διευθυντές Σχολείων (Ν. 4354/2015) .
•    Αρκετοί επι της ουσίας αποκλείστηκαν από την διεκδίκηση θέσεων Διευθυντών Σχολικών Μονάδων, αφού στις σχετικές κρίσεις προσμετρήθηκε μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της θητείας τους ως διδακτική.

Παρα τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις για βελτίωση και αναβάθμιση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων, το άνοιγμα του κουτιού με το σχέδιο του ΥΠΠΕΘ για τις νέες δομές τον Οκτώβριο του 2017 περιείχε ζονγκ για τους Σχολικούς Συμβούλους.
Δυστυχώς φαίνεται ότι οι Σχολικοί Σύμβουλοι πρέπει να πληρώσουν το μάρμαρο για την απόπειρα εφαρμογής ενός συστήματος αξιολόγησης που δεν προκάλεσαν, δεν νομοθέτησαν και το οποίο ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.
Ο δασκαλογένητος θεσμός των Σχολικών Συμβούλων αντί να βελτιωθεί καταργείται και τα νέα στελέχη που θα αντικαταστήσουν τους Σχολικούς Συμβούλους θα ονομάζονται Περιφερειακοί Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου και Επιμόρφωσης (Π.Σ.Ε.Ε.Ε.) αναλαμβάνοντας τις αρμοδιότητες των Σχολικών Συμβούλων, των Προϊστάμενων Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης και των Περιφερειακών Επιμορφωτικών Κέντρων (ΠΕΚ).
Μια ανάλυση όμως των βασικών χαρακτηριστικών της κατάργησης του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων και του αναγγελθέντος νέου θεσμού των Περιφερειακών Συντονιστών (Π.Σ.Ε.Ε.Ε) δείχνει ότι σήμερα δεν υπάρχει αίτημα και ειδικότερα :

1.    ΔΕΝ είναι αίτημα των Εκπαιδευτικών
2.    ΔΕΝ υποστηρίζεται από τις Ομοσπονδίες ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, οι οποίες απορρίπτουν συνολικά το σχέδιο
3.    ΔΕΝ έχει πολιτικές και κοινωνικές αναφορές
4.    ΔΕΝ διαχωρίζει το Διοικητικό από το Επιστημονικό & Παιδαγωγικό έργο
5.    ΔΕΝ είναι καρπός προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από την κακή χρήση της υπερσυγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στα χέρια των Σχολικών Συμβούλων, αφού τέτοιες ποτέ δεν υπήρξαν.

Ναι, υπάρχουν προβλήματα στο θεσμό των Σχολικών Συμβούλων αλλά τίποτα από όσα οδήγησαν στην κατάργηση του θεσμού του Επιθεωρητή δεν υποστηρίζει την κατάργηση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων.
Μήπως όμως η κατάργηση των Σχολικών Συμβούλων έχει προκύψει ως αποτέλεσμα αξιολόγησης του θεσμού η οποία έδειξε ότι ο θεσμός δεν μπορεί να βελτιωθεί και γι’ αυτό πρέπει να καταργηθεί ;
Καμιά τέτοια αξιολόγηση δεν έγινε.
Αντίθετα, στην πιο γνωστή μεγάλη σχετική έρευνα του Π.Ι., οι Εκπαιδευτικοί:
•    Δηλώνουν σε ποσοστό 61% ότι αξιοποιούν τα αποτελέσματα ερευνών στην εκπαιδευτική πράξη με τη βοήθεια, τη στήριξη και την καθοδήγηση των σχολικών συμβούλων.
•    Εκφράζουν υψηλό βαθμό αποδοχής για το ρόλο του Σχολικού Συμβούλου ως προωθητή ενεργών μεθόδων επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών που συνδέονται με τις διδακτικές τους εμπειρίες
(Π.Ι., 2008)

Στην μεταπολίτευση, «Η  κριτική η οποία έγινε στο θεσμό του Επιθεωρητή, είχε ως ισχυρή συνιστώσα το γενικότερο αίτημα της εποχής της μεταπολίτευσης που αφορούσε στον  εκδημοκρατισμό της κοινωνίας και κατ’ επέκταση και της εκπαίδευσης. Η αντίθεση στο θεσμό του Επιθεωρητή σήμαινε την αντίθεση απέναντι στις κρατικές επεμβάσεις στις σχολικές πρακτικές» (Ανδρέου & Παπακωνσταντίνου, 1994).
Σήμερα ποιες είναι mutatis mutandis οι αντιστοιχίες ;
Το σχέδιο του ΥΠΠΕΘ δεν έλαβε υπόψη του ούτε το πρόσφατο πόρισμα της επιτροπής του εθνικού διαλόγου για την παιδεία στο οποίο αναφέρεται ότι :
«…οι σχολικοί σύμβουλοι είναι κατά τεκμήριο προσοντούχοι εκπαιδευτικοί και η γεωγραφική κατανομή τους ανά την Ελλάδα βοηθάει όχι μόνο την επιμόρφωση αλλά και τη συνεχή στήριξη των εκπαιδευτικών……

….Προβλέπεται αναβαθμισμένος ο ρόλος των σχολικών συμβούλων» (https://www.esos.gr/sites/default/files/articles, Κεφ.5,&2.2.5., 2016)
Τα νέα στελέχη, οι Περιφερειακοί Συντονιστές (Π.Σ.Ε.Ε.Ε) απομακρύνονται από τις Σχολικές Μονάδες και σε αντίθεση με τους Σχολικούς Συμβούλους, θα λειτουργούν εντός των Περιφερειακών Κέντρων Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕ.Κ.Ε.Σ) τα οποία θα εδρεύουν στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης. Ένα μέρος των αρμοδιοτήτων των Σχολικών Συμβούλων μεταφέρεται στα ΠΕΚΕΣ, ένα άλλο στις νέες δομές ΚΕΣΥ και κάποιες εξαχνώνονται. Το έργο των Περιφερειακών Συντονιστών που θα αντικαταστήσουν τους Σχολικούς Συμβούλους φαίνεται ότι θα είναι κυρίως συντονιστικό και τα ΠΕΚΕΣ προσομοιάζουν με γραφειοκρατική και συγκεντρωτική δομή.
Πως και από ποιους θα υποστηριχτεί η προοπτική της παιδαγωγικής αυτονομίας των Σχολικών Μονάδων και της χειραφέτησης των Εκπαιδευτικών, αφού το έργο των Περιφερειακών Συντονιστών (Π.Σ.Ε.Ε.Ε.) που αντικαθιστούν τους Σχολικούς Συμβούλους (όπως μαρτυρά και ο τίτλος τους) θα είναι συντονιστικό και η όποια καθοδήγηση θα ασκείται πλέον εξ αποστάσεως και εφόσον ζητηθεί ;
Πως θα υποστηριχτεί αποτελεσματικά ο προγραμματισμός και η αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου των Σχολικών Μονάδων αφού τα νέα στελέχη :
•    Θα λειτουργούν σε απομακρυσμένες από τα σχολεία δομές (ΠΕ.Κ.Ε.Σ)
•    Από συνδιαμορφωτές (Σχολικοί Σύμβουλοι) φαίνεται πως μετατρέπονται (Περιφερειακοί Συντονιστές) σε μεταφορείς κεντρικών σχεδιασμών.
«Οι πιθανοί-ενδεικτικοί θεματικοί άξονες τίθενται μέσω σχεδίου προγραμματισμού το οποίο καθορίζεται με ΥΑ και παρουσιάζεται στα σχολεία με οδηγίες συμπλήρωσης και ενημερωτικές συναντήσεις των Διευθυντών των σχολείων από τα στελέχη του ΠΕ.Κ.Ε.Σ»
(Σχέδιο ΥΠΠΕΘ, Γ/6)

Από την άλλη, η διακινούμενη σκέψη για δημιουργία σε κάποιες περιφέρειες περισσότερων από ένα ΠΕ.Κ.Ε.Σ. φαίνεται πως οδηγεί σε μια υβριδική λειτουργία και αναιρεί τον πυρήνα της δημιουργίας τους ως περιφερειακών κέντρων σχεδιασμού των δράσεων με εύρος όλα τα σχολεία κάθε περιφερειακής διεύθυνσης εκπαίδευσης.
Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει είναι η υποβάθμιση της  παροχής επιστημονικής καθοδήγησης, αφού στο σχέδιο των νέων δομών τα ΠΕ.Κ.Ε.Σ. εκτός από την απομάκρυνσή των νέων στελεχών ΠΣΕΕΕ από τα Σχολεία και τους Εκπαιδευτικούς, οι δύο βαθμίδες Α΄θμιας και Β΄θμιας ομογενοποιούνται όχι με εκπαιδευτικούς όρους, αλλά μάλλον με όρους οικονομίας κλίμακας.
Η δημιουργία κατάλληλων αποστάσεων από τις σχολικές μονάδες και τους Εκπαιδευτικούς, σε συνδυασμό με:
•    Την ομογενοποίηση των βαθμίδων
•    Την ανάθεση κυρίως γραφειοκρατικού – οργανωτικού ρόλου
•    Την ανάθεση της αξιολόγησης των ΚΕΣΥ και ΚΕΑ
•    Την ενσωμάτωση των αξιολογικών δραστηριοτήτων των Προϊστάμενων Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης
στα ΠΕ.Κ.Ε.Σ. προκαλεί ερωτήματα για την μετεξέλιξη των Περιφερειακών Συντονιστών (Π.Σ.Ε.Ε.Ε.) σε εξωτερικούς αξιολογητές.

Ιδιαίτερα αφού το νομικό πλέγμα της αξιολόγησης δεν έχει καταργηθεί και σύμφωνα με την τρίτη έκθεση συμμόρφωσης του ESM (Compliance Report ESM Stability Support Programme for Greece, January 2018) πρέπει μέχρι το Μάρτιο του 2018, να εγκριθεί νόμος για την αναβάθμιση των φορέων που είναι αρμόδιοι για τις αξιολογήσεις.
Ερωτήματα επίσης δημιουργούνται από το γεγονός πως το σχέδιο «μεταρρυθμίζει» μόνο τις υποστηρικτικές δομές οι οποίες θα κληθούν να λειτουργήσουν σε ένα «αρρύθμιστο» διοικητικό μηχανισμό.
Συγκεκριμένα το σχέδιο:
•    Δεν αναγνωρίζει κανένα πρόβλημα στο διοικητικό μηχανισμό. Τα προβλήματα στην Εκπαίδευση φαίνεται πως δημιουργούν οι υποστηρικτικές δομές, οι Σχολικοί Σύμβουλοι και η λύση που προτείνεται είναι η κατάργηση τους.      
•    Δεν αναφέρεται πουθενά στα προβλήματα που επισωρεύθηκαν από τη διαχρονική λειτουργία του θεσμού σε ένα αρρύθμιστο περιβάλλον:
«Η σχέση του Σχολικού Συμβούλου με το Διοικητικό Μηχανισμό της Εκπαίδευσης καθώς και με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο αποτελεί ένα αρρύθμιστο πρόβλημα του οποίου η λύση προσκρούει σε γενικότερες πολιτικές αντιθέσεις και απουσία συναινέσεων» (Ε.Ζαμπέτα,1992)

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, με την κατάργηση των Σχολικών Συμβούλων διαμορφώνεται ένα διακύβευμα με διαστάσεις εκπαιδευτικής συνέχειας, συνέπειας λόγου της Πολιτείας, υποβάθμισης της επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης και απουσίας υποστήριξης από εκπαιδευτικούς και συνδικάτα.
•    Θα αγνοηθεί το πόρισμα του εθνικού διαλόγου (2016) που υποστηρίζει την διατήρηση και αναβάθμιση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων ;
•    Θα αποκοπεί ο συνδετικός κρίκος των Εκπαιδευτικών και των Σχολικών Μονάδων με τις εξελίξεις στην επιστήμη τον οποίο υποστήριζε ο θεσμός των Σχολικών Συμβούλων;
•    Θα υποβαθμιστεί η επιστημονική καθοδήγηση μέσω της ομογενοποίησης των βαθμίδων Α΄θμιας και Β΄θμιας ;
•    Θα αντικατασταθεί ο θεσμός των Σχολικών Συμβούλων από το νέο θεσμό των Περιφερειακών Συντονιστών με έντονα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά που θα λειτουργεί στις Περιφερειακές Διευθύνσεις αποκομμένος από τους Εκπαιδευτικούς και τα Σχολεία ;
•    Θα προχωρήσει η κατάργηση του δασκαλογέννητου θεσμού των Σχολικών Συμβούλων ενάντια στα συνδικάτα ΟΛΜΕ και ΔΟΕ που δεν δέχονται συνολικά το σχέδιο που παρουσιάστηκε ;
•    Θα αγνοηθούν οι σχετικές προτάσεις τροποποιήσεων που έχουν υποβληθεί, οι οποίες όχι μόνο δεν προϋποθέτουν την κατάργηση του θεσμού αλλά αντίθετα συμβάλουν στην ουσιαστική βελτίωση του σχεδίου του ΥΠ.Π.Ε.Θ ;
ή θα προχωρήσει η υλοποίηση του σχεδίου με τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις σε αλλαγές και αναγκαίες βελτιώσεις των υπαρκτών προβλημάτων του θεσμού, ο οποίος μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην αναβάθμιση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου και των κατευθύνσεων του σχεδίου ;
Η πρώτη επιλογή θα οδηγήσει σε μια αλλαγή περιορισμένης οπτικής με συνέπειες, χάσματα και ημερομηνία λήξης, ενώ η δεύτερη μπορεί να οδηγήσει σε μια μεταρρύθμιση μακράς πνοής που θα αφήσει αποτύπωμα.   
Το σχέδιο του ΥΠΠΕΘ περιλαμβάνει αξιοποιήσιμες ιδέες και θετικές διαστάσεις αλλά η κατάργηση του θεσμού των Σχολικών Συμβούλων και η αντικατάστασή τους από τον υπό γέννηση θεσμό των Περιφερειακών Συντονιστών έχει πολύ δρόμο να διανύσει προκειμένου να καταστεί μια αξιόπιστη, βιώσιμη και εφαρμόσιμη εναλλακτική.
Παραφράζοντας τον Αντόνιο Γκράμσι, «Οι Σχολικοί Σύμβουλοι καταργούνται. Τα νέα στελέχη δεν έχουν γεννηθεί ακόμα. Είναι η εποχή της κρίσης» κι αυτή η κρίση μπορεί να αποβεί δημιουργική αν την διαχειριστούμε με ανοιχτά χαρτιά, διαλεκτικά, χωρίς προκαταλήψεις, με προοπτική, με αχρωματοψία, με εξαντλητική εξέταση κάθε πρότασης (π.χ. https://www.esos.gr/arthra), με εμπλοκή του κατά τεκμήριο πλέον προσοντούχου τμήματος των Εκπαιδευτικών, συνθετικά και χωρίς αποκλεισμούς.
Ο Φράγκος το 1986 έγραψε «Ο επιθεωρητής καταργήθηκε. Ζήτω ο σχολικός σύμβουλος». Το 2018 θα μπορέσουμε να πούμε «Ο Σχολικός Σύμβουλος καταργήθηκε. Ζήτω ο Περιφερειακός Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου & Επιμόρφωσης » ;  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου