Αυτό τονίζει η υφυπουργός Εσωτερικών Π. Χαραλαμπογιάννη, απαντώντας  σε ερώτηση στη Βουλή, ενώ σημειώνει:

Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν υποβληθεί αιτήματα εκπαιδευτικών για ανάκλησης της μετάταξής τους μέσω του ΕΣΚ είτε λόγω της κατάταξής τους σε εκπαιδευτική κατηγορία βάσει των διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, ήτοι κατώτερη αυτής στην οποία κατατάσσονταν ως εκπαιδευτικοί, είτε λόγω δυσκολίας προσαρμογής στα διοικητικά καθήκοντα.

Περαιτέρω, το υπουργείο Εσωτερικών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και βάσει του επιτελικού του ρόλου οφείλει να διαμορφώνει τους κανόνες που διέπουν το προσωπικού του Δημοσίου σταθμίζοντας την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος σε συνδυασμό με την προάσπιση των δικαιωμάτων των υπαλλήλων και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και να επικαιροποιεί το θεσμικό πλαίσιο, όποτε κρίνεται απαραίτητο, ώστε να καταστεί αποτελεσματικό και επιχειρησιακό.

Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω προβλήματα που είχαν ανακύψει κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ΕΣΚ σε ό,τι αφορά τους εκπαιδευτικούς και επιπλέον ότι:

α) οι υπηρεσίες του ΥΠΑΙΘΑ δεν εξαιρούνται από το ΕΣΚ και δύνανται να καλύπτουν τις ανάγκες τους μέσω αποσπάσεων ή μετατάξεων διοικητικού προσωπικού,

β) για τους εκπαιδευτικούς, το Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΕΕΠ) και το Ειδικό Βοηθητικό Προσωπικό (ΕΒΠ), σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 4440/2016, διατηρούνται σε ισχύ ειδικές διατάξεις που αφορούν σε απόσπαση σε υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων σε όλη την επικράτεια και σε Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ανεξάρτητες Αρχές που εποπτεύονται από αυτό και σε φορείς του άρθρου 68 παρ. 1 υποπ. 3 του ν. 4235/2014 (Α’ 32) και του άρθρου 26 παρ. 3 υποπ. β’ του ν. 3432/2006 (Α’ 14), καθώς και σε φορείς και υπηρεσίες του ΟΑΕΔ για την υλοποίηση της μαθητείας των εκπαιδευτικών δομών του ίδιου Υπουργείου. Συνεπώς, το ΥΠΑΙΘΑ, βάση της έκτασης των υπηρεσιών του (περιφερειακών, αποκεντρωμένων και φορέων που εποπτεύονται από αυτό) σε όλη την επικράτεια, δύναται να αξιολογεί ενδοϋπουργικά τα αιτήματα των εκπαιδευτικών για τη διενέργεια αποσπάσεων και γενικότερα να ρυθμίζει τα ζητήματα σχετικά με την πολιτική κινητικότητας και την στελέχωση των υπηρεσιών του, και

γ) σταθμίζοντας την ανάγκη στελέχωσης των σχολικών μονάδων με το άρθρο 57 του ν. 5143/2024 «Ρυθμίσεις για τους χερσαίους συνοριακούς σταθμούς, την ενίσχυση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και λοιπές διατάξεις» (Α’ 161) εξαιρέθηκαν οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το πεδίο εφαρμογής του ΕΣΚ.

Με την ανωτέρω ρύθμιση εξορθολογίζεται το ενιαίο σύστημα κινητικότητας και διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της κινητικότητας των πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, αλλά και η στελέχωση κρίσιμων υπηρεσιών, όπως τα σχολεία, τα σωφρονιστικά καταστήματα και τα νοσηλευτικά ιδρύματα και καταργούνται διατάξεις που ρύθμιζαν ευνοϊκότερα θέματα κινητικότητας υπαλλήλων που είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα.

Θέσπιση του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας (ΕΣΚ)

Η θέσπιση του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας (ΕΣΚ) αποσκοπεί:

α) στη βέλτιστη αξιοποίηση και ορθολογική κατανομή του ανθρωπίνου δυναμικού στις δημόσιες υπηρεσίες και

β) στη διευκόλυνση των υπαλλήλων να ενισχύσουν τις επαγγελματικές τους δεξιότητες, να αποκτήσουν εμπειρία σε θέσεις διαφόρων υπηρεσιών και να προωθήσουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία.

Κυρίαρχο και βασικό στοιχείο του ΕΣΚ είναι η εφαρμογή ενιαίων κανόνων αναφορικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και εν γένει τις ακολουθούμενες διαδικασίες για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της κινητικότητας το υπουργείο Εσωτερικών, ως αρμόδιο για το σχεδιασμό και τον έλεγχο εφαρμογής του σχετικού νομοθετικού πλαισίου στο ανθρώπινο δυναμικό, έγινε αποδέκτης ερωτημάτων για ζητήματα εφαρμογής των διατάξεων της κινητικότητας σε ό,τι αφορά τους εκπαιδευτικούς, δεδομένων των ειδικότερων ρυθμίσεων που αφορούν στην βαθμολογική τους εξέλιξη ως εκπαιδευτικών, αλλά και στα θέματα υπηρεσιακής τους κατάστασης, ιδίως αξιολόγηση και μονιμοποίηση, που διαφοροποιούνται από όσα προβλέπονται για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, καθώς οι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διέπονται από ειδικές διατάξεις και υπάγονται στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν.3528/2007) μόνο για όσα θέματα ρητά παραπέμπονται σε αυτόν ή δεν ρυθμίζονται από ειδικές διατάξεις. Τα κυριότερα ζητήματα ορθής υλοποίησης των διατάξεων της κινητικότητας, σε ότι αφορά τους εκπαιδευτικούς, παρουσιάζονται ακολούθως:

α) Κατηγορία κατάταξης βάσει των τυπικών προσόντων

Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 2 παρ. 3 του ν. 4440/2016 «3. Η μετακίνηση από μία δημόσια υπηρεσία σε άλλη διενεργείται ως μετάταξη σε κενή οργανική θέση κλάδου/ειδικότητας της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας/εκπαιδευτικής βαθμίδας, για την οποία ο υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα».

Σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 71 του Υ.Κ., όπως ισχύει, προβλέφθηκε ότι: «1. Η μετάταξη σε άλλη δημόσια υπηρεσία, ήτοι η μετακίνηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία στην οποία ανήκει η οργανική θέση του σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας, σε κλάδο της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, για την οποία έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, διενεργείται για την κάλυψη πάγιων αναγκών σύμφωνα, με τις προβλεπόμενες διαδικασίες στο ΕΣΚ.

«2. Ο υπάλληλος μετατάσσεται με τον βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει, εφόσον στην υπηρεσία υποδοχής εφαρμόζεται το ίδιο βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς με την υπηρεσία προέλευσης, άλλως κατατάσσεται βάσει των διατάξεων που διέπουν τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των υπαλλήλων του φορέα υποδοχής. Σε ό,τι αφορά στην μισθολογική προώθηση του υπαλλήλου λόγω κτήσης μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, αυτοί λαμβάνονται υπόψη για τη μισθολογική κατάταξη του υπαλλήλου, κατόπιν αναγνώρισης της συνάφειας αυτών βάσει των ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων. Σε περίπτωση μετάταξης σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας, ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στον βαθμό με τον οποίο μετατάσσεται ο υπάλληλος, θεωρείται ότι έχει διανυθεί στον βαθμό της θέσης, στην οποία μετατάσσεται, εφόσον έχει διανυθεί με τον τίτλο σπουδών που απαιτείται για τον κλάδο αυτόν.»

Συνεπώς, εκπαιδευτικοί που βάσει των διατάξεων του ν. 1566/1985 διορίζονται και κατατάσσονται σε κατηγορία ανώτερη των τυπικών προσόντων, π.χ. κατηγορία ΠΕ ενώ τα προσόντα τους εφαρμοζόμενων των διατάξεων του άρθρου 77 του Υπαλληλικού Κώδικα είναι αυτά της κατηγορίας ΤΕ, κατά την μετάταξη μέσω του ΕΣΚ θα πρέπει να καταλάβουν θέσεις για τις οποίες έχουν τα τυπικά προσόντα, στις οποίες θα είχαν διοριστεί εξαρχής αν εφαρμόζονταν σε αυτούς οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.

Το ανωτέρω ζήτημα που ανέκυψε κατά τη μετάταξη μέσω του ΕΣΚ εκπαιδευτικών, οι οποίοι διέπονται από ειδικές διατάξεις ως προς τις κατηγορίες και τα προσόντα διορισμού τους αλλά και το βαθμολογικό τους καθεστώς [σχετ. και η αρ. 273/2017 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ.], ρυθμίστηκε νομοθετικά με τις διατάξεις του άρθρου 101 του ν. 4790/2021 όπου προβλέφθηκε «1. Οι μετατάξεις των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε θέσεις διοικητικών υπαλλήλων, κατ’ εφαρμογή του ν. 4440/2016 (Α’ 224), δύναται να διενεργούνται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι συναινούν ως προς αυτό».

β) Διαδικασία μονιμοποίησης

Οι διατάξεις που αναφέρονται στη μονιμοποίηση των εκπαιδευτικών (και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ) είναι οι εξής:

1. της παρ. 7 του άρθρου 66 και της παρ. 3 του άρθρου 78 του ν. 4823/2021 (Α’ 136),

2. της παρ. 5Α του άρθρου 232 του ν. 4823/2021 (Α ́ 136), όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 4997/2022 (Α’ 219),

3. των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 7 του άρθρου 62 του ν. 4589/2019 (Α’ 13), σε συνδυασμό τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 40 του ΥΚ (ν. 3528/2007, Α’ 26) και

4. της παρ. 1 του άρθρου 5 της με αριθμό 170405/ΓΓ1/28-12-2021 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Β ́ 6273).

Συγκεκριμένα, για τη μονιμοποίηση των δόκιμων εκπαιδευτικών και μελών ΕΕΠ-ΕΒΠ απαιτούνται 

α) δύο (2) έτη διδακτικής υπηρεσίας της περ. στ1, της παρ. 1, του άρθρου 4 του ν. 4823/2021 και 

β) επιτυχής αξιολόγηση του έργου τους σε όλα τα προβλεπόμενα, ανά περίπτωση, πεδία αξιολόγησης κατά την αξιολόγηση που λαμβάνει χώρα στη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου. 

Εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, σε κάθε περίπτωση, η μονιμοποίηση γίνεται αναδρομικά από την ημερομηνία συμπλήρωσης δύο (2) ετών υπηρεσίας (σχετ. εγκύκλιος ΥΠΑΙΘΑ 43974/Ε3/25-4-2024 –Α.Δ.Α.: 9ΛΣΟ46ΝΚΠΔ-ΚΟ6).